Πάθη .

















χάριζε το σώμα στο φεγγάρι

σαν ένα αστέρι που

δεν φοβήθηκε την πτώση































Αναγνώστες

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

(Ακόμη)

Διψάς διψάς γ`αυτό το άχρωμο νερό
στο απάτητο στερέωμα της γαλήνης - μένουν γυμνά τα χέρια σου-

μέσα στην άνοιξη αφήνεις το χρώμα του χειμώνα
σε τσάκωσε η μοναξιά

το πουκάμισο γέρνει

σκίζεται υπομονετικά η παραίτηση
σκίζω το χαρτί που σε χωράει

γύρω απο ανθρώπους
γύρω απο τα μάτια των άκαρπων σιωπών

ίσως φοβηθώ

βεβηλωμένη απο την φθορά

στην παραλογοτεχνία του συναισθήματος

σε καρφώνω,
χύνεται το αίμα απο τα σημεία μου.

τώρα, με βροχή

χωρίς κλειδί, αλλόκοτη υπομονή

φωτιά στο τσαλακωμένο είδωλο.

συρτό κοφτό ανυπόμονο φιλί.