Πάθη .

















χάριζε το σώμα στο φεγγάρι

σαν ένα αστέρι που

δεν φοβήθηκε την πτώση































Αναγνώστες

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Για σένα που δεν δώθηκες.

οι φίλοι, τα σύννεφα που σαν στάλες χάνονται στο χώμα
και η θάλασσα μια ήρεμη σιωπή σε ουρλιαχτό

να κολυμπάει στο χάος το σώμα σου
να κολυμπάει στο όνειρο το σώμα σου

και όταν στα αλήθεια μαζέψεις στο ποτήρι σου τις νύχτες

-χίλια τριαντάφυλλα θα βρέξει ο ιερόσυλος θεός-

για σενα που δεν δώθηκες,

στην ολοκλήρωση που πάσχιζε ο ανίσχυρος χτύπος σου

αυτά τα χέρια που δεν κύκλωσαν που δεν σχημάτισαν ελπίδα

οι φίλοι, τα άστατα σύννεφα γεμάτα ρωγμές απο μπλέ, μπλέ σπάραγμα.

για σένα που δεν δώθηκες, για σένα που δάγκωσες με υστερία το πάθος σου
                                                   ανάμεσα σε μολυσμένα απο την ηδονή δόντια


                  μην με κοιτάς, μην μαρτυράς πώς δεν λερώθηκες.


μην μαρτυράς,

δεν θα δεί το φώς ποτέ το λευκό σεντόνι.

- μην -  

ούτε εγώ είδα μέσα απο τη μάσκα σου. εσένα .


δεν θα δωθείς,

θα αθωωθείς απο την γρατζουνισμένη φαντασία. φευγάτος -


Στην πόλη που κρύβει την ομορφιά στον καπνό

χωρίς ελπίδα και φλάς.

Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Σε κρύβει στο δέρμα, η αλήθεια.


Φοβούνται αυτές οι λέξεις να πατηθούν
μάλλον κάποιος τους είπε πώς πρέπει να σταθούν
''τέλειες και αναλλοίωτες στο λόγο'' ,
η ματαιότητα γυρεύει αιωνιότητα
όπως η σάρκα αναζητάει το άλλο σώμα για να την ρουφήξει.


Ακούς αυτόν το συρριγμό απο ακορντεόν, φωλιάζει στα μάτια σου
χίλια δεμένα πέταλα απο τις κόκκινες πορτοκαλιές του χρόνου
ένα-ένα διαρκούν το χρώμα τους μπροστά στην απουσία σου,
αποξηραμένες αναμνήσεις που δεν συνήθισα,



εκείνη για να φωνάζει το όνομά σου, 
δοκιμάζει το χαμόγελο με ένα απαλό σπάσιμο στο πρόσωπό της

σιωπή που στάζει ουρλιαχτό και υπομονή,
λυγισμένες - σπασμένες χορδές που δεν χωράνε άλλο κούρδισμα,
ποδοβολητό απο δακρυσμένες ελπίδες
 γέρνουν στη μοναξιά της -  γερμένο σώμα σε φόντο -



πόσο είσαι όμορφος, καθώς το μπλέ σου ρίχνει στο χώμα τη βροχή

πόσο όμορφος, χτενίζοντας το γένι σου με το πιο εύθραυστο χάδι,
σε ανταμώνω

στυφό λεμόνι σωσμένο στο στόμα πριν την κατάρρευση των χαρούμενων λουλουδιών

πόσα σημάδια θα βρούμε, πόσους αγγέλους θα επινοήσουμε 
για να σε αγκαλιάσουμε     με συμφιλίωση στον μέσα, λαβύρινθο. 

στα όνειρα αυτά που σε κατοικούν και τα κατοικείς  εκεί   που  μόνο  η  νύχτα  μπορεί  να επέμβει.


     διάσπαρτες φωνές, κάπου απο μακρυά, πλησιάζουν, για να σε μάθουν

                     ρωτάνε εσένα, ρωτάνε πάντα και μόνο εσένα . οι βραδυνές περιπλανήσεις.



θυσιάζεις το νέο σου αίμα στον αχάριστο θεό. θα σε τραβήξω από εκεί πάνω, 
θα σε τραβήξω από εκεί με μεθυσμένες λέξεις 

     

ή

                 με ένα μασκαρεμένο έλα, θραύσμα όλων των ποιημάτων.



ξερριζώσου απο τη νύχτα. 
 μάλλον σαν ξένος που επιστρέφει στην αγκαλιά του ανοίκειου κόσμου. του γήινου.
άραγε θα σε γνωρίσω, στο άραγε να σε περιμένω;





  ή μήπως σε κρύβει στο δέρμα, η αλήθεια. ;

  καθώς ραγίζει αυτή η γυαλισμένη σφαίρα

                                                                       σε γυρεύω με έναν χορό,
 αργό με νωχέλεια στις άκρες των χεριών

                   

                   αν έρωτας σώζει το μισό σου εγώ, 



θα προστατέψω το στεφάνι των ερωτευμένων για σένα. για ένα ελάχιστο πάντα,
αφού οι κάτοικοι του λίγου μπορούν να βυθίζονται εύκολα στο απόλυτο.



                



           καθώς σπάνε στο χρόνο οι στιγμές,

φιλάω στα χείλη σου τον αγώνα, τον έρωτα και το αύριο.











                       

ψίθυροι ανακατεμένοι με Οκτώβρη, πώς μοιάζεις -  με την Άνοιξη -



             ποιητή μου.