Πάθη .

















χάριζε το σώμα στο φεγγάρι

σαν ένα αστέρι που

δεν φοβήθηκε την πτώση































Αναγνώστες

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

festa nel quinto

festa
guarda tutti
chi sorride più forte di te
dicono che è di blu il cielo e le stelle sono lontane
ho tagliato
le mie vene
perse nelle tue onde
ed è tutto rosso
ma non ci sei tu
e non sembra fatta di amore questa sera
ti vorrei
solo se di te resta qualcosa
ας έρθει μόνο στον χρόνο τον αληθινό
τον έγχορδο
μην αφήνεις σιωπές
δεν έχει πια μείνει παρά μόνο ένα φιλί κάτω από το ύψιλον
ξεχασμένο
στιβαγμένο με τις μπύρες
guardami
urlami
stringimi
qualcuno già da lontano mi dice che non sono cortese
nel suo paese
aggressivamente
che senso ha
dimmi se nel mondo rimane un bacio rischioso
me lo andrei a cercare
κυλάς
αφήνεις
ας έρθει ό,τι στης λέξης το καλοκαίρι δεν φόρεσε ο χρόνος
βρέχει ήλιο
κοντά σου

Πέμπτη, 2 Ιουνίου 2016

κρυφός και ζηλευτός




ξεπλένουν τη ντροπή
χτύποι από φως
ανάσες ή πλήθος από λουλούδια
με γεμίζουν με αίμα δικό μου,
ζεματά η ελπίδα όταν γεννιέται
πριν πέσει λάσπη στο γυμνό μας σώμα
και φτύσουμε ενοχή και λήθη
απρόσμενα
ξυπνώ και περιμένω να βρω μια βάρκα από όνειρα να χωθώ μέσα
πριν την γούβα
στην άσφαλτο που εκρήγνυται
αέρας και πουλιά στον απέναντι τοίχο
χρωματίζουν την ελευθερία
είναι
χελιδόνια που πετάνε μακριά
όχι δικές μου λέξεις
που δύσκολα προφέρω
μοιάζουν με γρίφο τα κύματα τους
σκαρώνουν μουσικές σε λα μινόρε
σαν μοναχικές ελπίδες ξεχύνονται στις ουράνιες επάλξεις
δεν βρέχει
πετούν ανάμεσα στις ρωγμές
μας ζυγώνουν



Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

στιγμιότυπο

δεν θα μπορούσα σε άλλη γλώσσα να είμαι
πέφτω τόσο βαθιά
σπάζω τα λόγια
καβουρδισμένος πόνος στη θέση της ηλιαχτίδας
ανοίγει το πιο όμορφο άρωμα

.


Παρασκευή, 5 Φεβρουαρίου 2016

δεμένο χέρι

εδώ μένω εγώ
στης γωνίας την αφηρημένη νότα
spelling
γραπωμένη από τον τοίχο η λευκή ελπίδα
μαρτυρά το κόκκινο της χρώμα
ξετρυπώνει των στιγμών τις φλέβες
μου τις δείχνει
πάνω στο δέρμα
φλογερές και μόνες
ποιος σε είδε να μπαίνεις
στα σιδερένια κεντημένα μου σ'αγαπώ

έχω ένα δεμένο χέρι
ακουμπισμένο στο στήθος

μια μακρινή ευχή
είναι από τη θάλασσα
τινάζω την άμμο

μη γεμίζεις από συνήθεια
περιμένε
αδειάζει

κορμί ζεστό φυλαγμένο μέσα στο πέπλο
το σώμα κομπάρσος στον αγώνα
στριμώχνει τις κινήσεις ανάμεσα στα ρούχα
να σε νιώθω πού
σε ένα εδώ άδικο όχι δικό μου
μένω εγώ κάτω από το σεντόνι
δίπλα στα φρέσκα φρούτα και στου ήλιου το χρυσό ξέσπασμα
πες μου πώς χορεύει
το όνειρο όταν ονειρεύεται
μπαμπάκι λευκό γιομάτο ανάσες
υφασμάτινα σμίγει τις λέξεις
εδώ μένω εγώ


.